«Το Σύστημα των Αντικειμένων»: πώς τα πράγματα που κατέχουμε μας ορίζουν
Ζαν Μποντριγιάρ (Jean Baudrillard), 1968 — σημειώσεις ανάγνωσης
Γιατί ένα βιβλίο του 1968 για τα έπιπλα, τα gadgets και τις αντίκες εξηγεί το σήμερα καλύτερα από κάθε άλλο — και γιατί με αφορά ως γλύπτη.
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί νιώθουμε την ανάγκη να αλλάζουμε αυτοκίνητο κάθε λίγα χρόνια; Γιατί μια διαφήμιση μάς πείθει ότι ένα έπιπλο «μας ταιριάζει»; Γιατί μας γοητεύουν τόσο πολύ οι αντίκες;
Στο κλασικό του έργο «Το Σύστημα των Αντικειμένων» (Le système des objets, 1968), ο Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Ζαν Μποντριγιάρ (Jean Baudrillard) δίνει μια απάντηση καθόλου παρήγορη: τα αντικείμενα της καθημερινότητάς μας δεν είναι εργαλεία. Είναι ένα δομημένο σύστημα σημασιοδοτήσεων — μια γλώσσα που μιλάει για εμάς, για τις επιθυμίες, τους φόβους και τις ασυνείδητες ενορμήσεις μας.
Το βιβλίο βρίσκεται στη ρίζα της δικής μου πρακτικής. Δουλεύω με το βάρος — φυσικό, γλωσσικό και υπαρξιακό — και με αντικείμενα που κουβαλούν το φορτίο τους κυριολεκτικά: ένα γράμμα που γίνεται όγκος, ένα κομποσκοίνι που γίνεται ζωγραφική, ένα kettlebell που γίνεται δοχείο πολιτισμικής κληρονομιάς. Ο Μποντριγιάρ δίνει το λεξιλόγιο για να καταλάβει κανείς τι ακριβώς συμβαίνει όταν ένα αντικείμενο αποσπάται από τη χρήση του.
Ακολουθούν οι επτά έννοιες που κρατάω από αυτή την ανάγνωση.
Το βιβλίο σε ηχητική σύνοψη
Μια ηχητική σύνοψη του «Συστήματος των Αντικειμένων» σε μορφή συζήτησης, 27 λεπτά — ένας γρήγορος τρόπος να μπείτε στα επιχειρήματα του βιβλίου. Οι φωνές είναι συνθετικές. Δεν είναι ανάγνωση του κειμένου που διαβάζετε εδώ, αλλά μια παράλληλη διαδρομή στα ίδια θέματα.
1. Η κατανάλωση ως κυριαρχία του σημείου
Η πιο ριζοσπαστική θέση του Μποντριγιάρ είναι ότι ποτέ δεν καταναλώνουμε το ίδιο το αντικείμενο στην υλική του υπόσταση, αλλά τη «διαφορά» του από τα άλλα αντικείμενα.
Η κατανάλωση δεν ορίζεται από την ικανοποίηση των αναγκών μας· αυτό είναι απλώς η προϋπόθεση. Ορίζεται ως μια συστηματική δραστηριότητα χειραγώγησης σημείων. Ένα αντικείμενο, για να γίνει αντικείμενο κατανάλωσης, πρέπει πρώτα να μετατραπεί σε «σημείο»: να χάσει την άμεση, οργανική σχέση που είχε κάποτε με τον άνθρωπο και να αποκτήσει νόημα μέσα από τη θέση του σε ένα ευρύτερο, αφηρημένο σύστημα άλλων σημείων-αντικειμένων.
Γι’ αυτόν τον λόγο η κατανάλωση δεν έχει όρια. Αν καταναλώναμε για να καλύψουμε φυσικές ανάγκες, κάποια στιγμή θα φτάναμε σε κορεσμό. Επειδή όμως καταναλώνουμε σημεία και ιδέες, και επειδή η διαδικασία αυτή στηρίζεται σε μια βαθύτερη υπαρξιακή έλλειψη — ένα κενό στις ανθρώπινες σχέσεις — η επιθυμία παραμένει ακόρεστη και μας σπρώχνει να θέλουμε όλο και περισσότερα.
Αυτή ακριβώς η μετατροπή του πράγματος σε σημείο είναι το έδαφος της σειράς Sculpture of Language: γράμματα που παύουν να μεταφέρουν νόημα και γίνονται όγκοι, χώρος, κατασκευή. Αν το αντικείμενο είναι ήδη γλώσσα, τότε η γλώσσα μπορεί να ξαναγίνει αντικείμενο.
2. Από το παραδοσιακό στο λειτουργικό σπίτι
Ο Μποντριγιάρ ξεκινά την ανάλυσή του από τον χώρο του σπιτιού, δείχνοντας πώς η αλλαγή της επίπλωσης αντανακλά την αλλαγή των οικογενειακών και κοινωνικών δομών.
Το παραδοσιακό περιβάλλον. Το τυπικό αστικό σπίτι του παρελθόντος ήταν πατριαρχικό, εσωστρεφές και οργανωμένο γύρω από βαριά, ακίνητα έπιπλα — τον μπουφέ, το κρεβάτι στο κέντρο του δωματίου. Αυτά τα αντικείμενα λειτουργούσαν ως «οικιακοί θεοί», ενσαρκώνοντας τις συναισθηματικές σχέσεις και τη σταθερότητα της οικογένειας. Ο χρόνος μετριόταν από το εκκρεμές του ρολογιού, που χτυπούσε σαν μηχανική καρδιά προσφέροντας ασφάλεια.
Το μοντέρνο «λειτουργικό» περιβάλλον. Σήμερα τα έπιπλα έχουν απελευθερωθεί από τον ηθικό και θεατρικό τους ρόλο. Έχουμε σπονδυλωτά έπιπλα, πτυσσόμενα κρεβάτια, χαμηλά τραπέζια, ανοιχτούς χώρους όπου όλα επικοινωνούν. Τα ρολόγια και οι καθρέφτες εξαφανίζονται από τους κοινούς χώρους. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι πια «ιδιοκτήτης» με τη συναισθηματική έννοια, αλλά ένας «μηχανικός της ατμόσφαιρας» — ένας διαχειριστής που οργανώνει, ελέγχει και ρυθμίζει τον χώρο σαν δίκτυο πληροφοριών.
3. Από τον μόχθο στον έλεγχο: η αλλαγή των χειρονομιών μας
Στις παραδοσιακές κοινωνίες η σχέση του ανθρώπου με τα εργαλεία βασιζόταν στη μυϊκή ενέργεια και τον σωματικό μόχθο. Η σχέση αυτή, αν και επίπονη, είχε μια βαθιά συμβολική και λιμπιδινική πυκνότητα: η χειρονομία του θερίσματος, το σιδέρωμα με βαρύ σίδερο.
Στον σύγχρονο τεχνολογικό κόσμο, η σωματική προσπάθεια έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα εγκεφαλικής και αισθητηριακής επαγρύπνησης. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα άγγιγμα: κουμπιά, μοχλοί, τηλεχειριστήρια, φωτοκύτταρα. Αυτή η αποστειρωμένη σχέση μάς αποξενώνει από την ίδια μας την τεχνική δύναμη. Καθώς οι συσκευές γίνονται πιο πολύπλοκες και αυτόνομες, οι δικές μας χειρονομίες φτωχαίνουν και ο άνθρωπος καταλήγει θεατής των ίδιων του των αντικειμένων.
Εδώ ακριβώς τοποθετείται το Weights of Art. Το kettlebell είναι ένα από τα ελάχιστα αντικείμενα που αρνούνται να αφαιρέσουν τον μόχθο — υπάρχει για να τον επιβάλει. Μετατρέποντας τη φόρμα του σε γλυπτό, το βάρος παύει να είναι εργαλείο εκτόνωσης και γίνεται σημείο υπενθύμισης — το ψυχικό φορτίο μεταφέρεται από το εσωτερικό του ανθρώπου στην εξωτερική, υλική μορφή του αντικειμένου.
4. Αντίκες και συλλογή: η υποκειμενική φυγή
Όταν η καθαρή λειτουργικότητα των μοντέρνων αντικειμένων μάς αφήνει συναισθηματικά κενούς, στρεφόμαστε σε δύο περιθωριακά συστήματα για να βρούμε παρηγοριά.
Οι αντίκες ως μύθος καταγωγής. Οι αντίκες δεν έχουν πρακτική χρησιμότητα· ο ρόλος τους είναι αποκλειστικά να σημαίνουν τον χρόνο. Λειτουργούν ως μια φαντασιακή επιστροφή στη μήτρα, στη μητέρα ή στον «Πατέρα» ως πηγή αυθεντικότητας και κύρους. Στο παράδειγμα της αναπαλαίωσης μιας αγροικίας, χρειαζόμαστε μερικές «αυθεντικές» παλιές πέτρες ή δοκάρια ως φυλαχτά «ύπαρξης», για να δικαιολογήσουμε και να εξαγνίσουμε την ψυχρή τεχνολογία του σπιτιού μας.
Η συλλογή ως παιχνίδι με τον θάνατο. Όταν μαζεύουμε αντικείμενα — από έργα τέχνης μέχρι κουτάκια σπίρτα — τα αφαιρούμε από τη χρηστική τους λειτουργία για να τα εντάξουμε σε μια προσωπική σειρά. Το αντικείμενο γίνεται «το καλύτερο κατοικίδιο ζώο»: απόλυτα υποταγμένο, καθρεφτίζει μόνο τις δικές μας επιθυμητές εικόνες και δεν μας κοιτάζει ποτέ πίσω. Μέσα από τη συλλογή, ο συλλέκτης προσπαθεί να ελέγξει τον χρόνο και να ξορκίσει το άγχος του θανάτου, ανακυκλώνοντας τη γέννηση και την απουσία μέσα σε έναν απόλυτα ελεγχόμενο, κλειστό κύκλο.
Αυτό το κεφάλαιο με αφορά άμεσα. Στο Coexistence το κομποσκοίνι — αντικείμενο προσευχής, μνήμης και πένθους — αποσυντίθεται και ανασυντίθεται σε 72 κομμάτια: μια συλλογή που δεν ξορκίζει τον θάνατο αλλά τον ονομάζει. Το ίδιο ισχύει και για το Pénthos, όπου το συλλογικό πένθος αναζητά ύλη για να σταθεί.
5. Gadgets, ρομπότ και η ψευδαίσθηση της αυτοματοποίησης
Η σύγχρονη βιομηχανία παράγει μια τεράστια ποσότητα από gadgets — αντικείμενα με υπερβολική τεχνική πολυπλοκότητα αλλά μηδαμινή χρησιμότητα, όπως οι ηλεκτρικοί αναδευτήρες κοκτέιλ ή οι συσκευές που αφαιρούν κουκούτσια. Ικανοποιούν τον μύθο της αυτοματοποίησης: την ασυνείδητη επιθυμία «να δουλεύουν όλα μόνα τους».
Το απόλυτο αντικείμενο αυτής της φαντασίωσης είναι το ρομπότ: ένας σκλάβος που μας μοιάζει μορφολογικά αλλά στερείται του βασικού χαρακτηριστικού της ανθρώπινης κυριαρχίας: του φύλου. Αντιπροσωπεύει μια εξημερωμένη, αποφορτισμένη από άγχος σεξουαλικότητα, λειτουργώντας ως προβολή του δικού μας ναρκισσισμού.
Η σειρά Ostracism δουλεύει ακριβώς με τα υπολείμματα αυτού του μύθου: σπασμένες οθόνες, τεχνολογικά απορρίμματα και θραύσματα σκυροδέματος που γίνονται όστρακα. Όταν ένα θραύσμα φέρει το «Γνώθι σαυτόν» γραμμένο ως hashtag, το ερώτημα είναι το ίδιο με του Μποντριγιάρ: τι απομένει από το υποκείμενο όταν όλα έχουν γίνει σήμα;
6. Μοντέλα, σειρές και η παγίδα της «προσωποποίησης»
Στον κοινωνικο-ιδεολογικό τομέα, ο Μποντριγιάρ εισάγει τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στο Μοντέλο και τη Σειρά.
Το Μοντέλο ανήκει στην προνομιούχα μειονότητα και χαρακτηρίζεται από ποιότητα, αυθεντικότητα, ανθεκτικότητα και μοναδικές αποχρώσεις. Η Σειρά απευθύνεται στις μάζες· τα serial αντικείμενα κατασκευάζονται σκόπιμα με μειωμένη ποιότητα και διάρκεια ζωής — η περίφημη σχεδιασμένη απαξίωση (planned obsolescence).
Για να νιώθει ο καταναλωτής της «σειράς» ελεύθερος και μοναδικός, η βιομηχανία τού προσφέρει την ψευδαίσθηση της προσωποποίησης μέσα από ελάχιστες, επουσιώδεις διαφορές: να διαλέξει ανάμεσα σε 42 χρώματα για το ίδιο αυτοκίνητο ή να αγοράσει έναν κάδο απορριμμάτων στολισμένο με λουλούδια. Αυτή η «ελευθερία επιλογής» είναι παγίδα: μας εντάσσει αναγκαστικά στο οικονομικό σύστημα, κάνοντάς μας να πιστεύουμε ότι εκφράζουμε την προσωπικότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα καταναλώνουμε μαζικά παραγόμενες διαφορές.
Το 2013, στο project κοινωνικής τέχνης Κρεμάστρες του Δημόσιου Χώρου, δούλεψα με ακριβώς αυτό το υπόλειμμα: ρούχα και αντικείμενα που βγήκαν από τον κύκλο της σειράς και ξαναμπήκαν στον δημόσιο χώρο ως χειρονομία αλληλεγγύης — όχι ως εμπόρευμα.
7. Πίστωση και διαφήμιση: ο αποικισμός του μέλλοντος
Το σύστημα της κατανάλωσης ολοκληρώνεται με δύο πανίσχυρα εργαλεία.
Η πίστωση. Ανατρέπει την παραδοσιακή ηθική της αποταμίευσης και της προσπάθειας. Πλέον, η κατανάλωση προηγείται της παραγωγής: απολαμβάνουμε το αντικείμενο πριν το κερδίσουμε, υποθηκεύοντας το μέλλον μας. Οδηγούμαστε σε μια μορφή σύγχρονης «φεουδαρχίας», όπου ένα μέρος της μελλοντικής μας εργασίας είναι ήδη προκρατημένο.
Η διαφήμιση ως μητρική προστασία. Η διαφήμιση δεν μας πείθει απλώς να αγοράσουμε· λειτουργεί με τη «λογική του Άη Βασίλη». Προσφέρει ψυχολογική ζεστασιά και προστασία, δημιουργώντας την εντύπωση ότι μια ανώτερη κοινωνική οντότητα νοιάζεται για εμάς και προβλέπει τις επιθυμίες μας. Μας καλεί να ενταχθούμε σε μια φαντασιακή συλλογικότητα για να μειώσει το άγχος της απομόνωσής μας.
«Το Σύστημα των Αντικειμένων» σήμερα: ένας κόσμος από καθρέφτες
Το «Σύστημα των Αντικειμένων» παραμένει εκπληκτικά επίκαιρο. Μας αποκαλύπτει ότι η καταναλωτική κοινωνία δεν είναι παράδεισος ελευθερίας και αφθονίας, αλλά ένας εξελιγμένος μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και ψυχικής ενσωμάτωσης.
Περιστοιχισμένοι από αντικείμενα-σημεία που υπόσχονται να μας ολοκληρώσουν, καταλήγουμε να ζούμε σε έναν κόσμο από καθρέφτες, επικοινωνώντας όχι με τους άλλους ανθρώπους, αλλά με τις ίδιες μας τις καταναλωτικές φαντασιώσεις.
Η γλυπτική, για μένα, είναι μια απόπειρα να σπάσει αυτός ο καθρέφτης. Όταν αφαιρείς ένα αντικείμενο από το κύκλωμα της κατανάλωσης και του επιστρέφεις το βάρος του, το υποχρεώνεις να σταθεί απέναντί σου ως πράγμα — όχι ως σήμα. Αυτό είναι το νήμα που διατρέχει όλα τα έργα μου: να ξαναδοθεί στα πράγματα το βάρος που τους αφαίρεσε το σύστημα.
Εσείς, ποιο αντικείμενο στο σπίτι σας νιώθετε ότι σας «ορίζει» περισσότερο;
